Σελίδες

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Κάτι επιπλέει εκεί κάτω

Το παλιό σκουριασμένο καπάκι του υπονόμου ήταν βαρύ. Βαρύ για ένα τσούρμο δεκάχρονα. Με κλαδιά και τα μικρά τους χέρια όμως κατάφεραν και το έβγαλαν από την θέση του και το έσυραν μερικά βήματα πιο πέρα. Ακόμα θυμάμαι τον γδούπο που έκανε όταν το άφησαν να πέσει στο έδαφος.

Φως έπεσε μέσα στον παλιό υπόνομο για πρώτη φορά μετά από τουλάχιστο μια δεκαετία. Φως ζεστό, καλοκαιρινού μεσημεριού. Οι φιγούρες από τα κεφάλια τους το εμπόδιζαν να πέσει μέσα αλλά όχι τελείως. Αχτίδες έλουζαν το παλιό νερό που είχε λιμνάσει στον πάτο του υπονόμου. Μπορούσαν να δουν μέσα αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι έβλεπαν.

Ο πιο μεγάλος από αυτούς, ο πιο θαρραλέος και εκείνος που τα ήξερε όλα για την ηλικία του ξεχώρισε κάτι και το έδειξε και στους άλλους.

εκεί στην γωνιά. είναι κάτι καφέ. με λέπια και καρφιά

Θυμάμαι ένα μουρμουρητό και ξαφνικά κραυγές όταν άρχισαν να το βλέπουν και όλα τα υπόλοιπα παιδιά του τσούρμου. Κάποιο πίρε μια πετρά και την άφησε να πέσει. Ο ήχος του παφλασμού από το νερό και οι αντανακλάσεις του φωτός στα τοιχώματα από τον κυματισμό το έκαναν ακόμα πιο δύσκολο να διακρίνουν το τι να είναι αυτό.

πέτα πάνω του μια πετρά

Η ιδέα άρεσε σε όλους. Τα κεφαλάκια τους εξαφανιστήκαν από το άνοιγμα του αλλά για λιγότερο από μια στιγμή. Έκαναν όλα μια γρήγορη βόλτα και μάζεψαν πετρούλες από τον χώρο γύρο τους. Τα γρήγορα βήματα τους έκαναν ήχους στο έδαφος και αυτοί αντηχούσαν μέσα στον άδειο υπόνομο.

Το κάθε ένα ίσως μάζεψε στα χέρια του τουλάχιστο έξι μικρές πέτρες. Όσα μπορούσαν να χωρέσουν στην μια χούφτα τους δηλαδή. Στάθηκαν πάλι γύρω από το ανοιχτό καπάκι και με σειρά άρχισαν να τις πετούν.

Αρκετές έπεφταν στο νερό και το τάραζαν και περίμεναν μέχρι να ηρεμήσει, ώστε να βλέπουν λίγο καλύτερα, για να πετάξουν την επόμενη με πιο κάλο σημάδι. Η επίμονη που έχουν τα παιδιά σε αυτήν την ηλικία είναι αξιοσημείωτη.

Όση ώρα το έκαναν αυτό συζητούσαν και το τι μπορεί να είναι αυτό που βλέπουν. Μερικά ήταν σίγουρα ότι ήταν ένα τέρας που κοιμάτε και ότι με αυτό που κάνουν θα το ξυπνήσουν. Όμως δεν είχε σαλέψει τίποτα εκεί μέσα παρά την φασαρία που έκαναν.

Ίσως είναι κούφο

Ήταν πάλι η ιδέα του μεγαλύτερου αυτή. Μόνο ενός παιδιού του φάνηκε ανόητη. Του μόνου που δεν έριχνε πέτρες και κοιτούσε από απόσταση. Φοβόταν ότι θα πέσει μέσα ή ότι θα του πέσουν τα γυαλιά του και ότι καθώς θα πάει να τα πιάσει θα πέσει και αυτός. Πιο πολύ όμως φοβόταν ότι θα τον δείρει η μάνα του πάρα το να πέσει μέσα μαζί με το “τέρας”.

Τον χλεύασαν όλα τα άλλα παιδιά. Ποιος είναι αυτός που θα τους πει ότι ιδέα του μεγάλου είναι ανόητη. Ο μεγάλος ήξερε τι έλεγε γιατί τους έριχνε τουλάχιστο δυο χρόνια και μπορούσε να κάνει βουτιές στην θάλασσα με ανοιχτά τα μάτια.

Δεν ξέρω πόση ώρα ήταν αυτό το τσούρμο αγόρια και κορίτσια στο άνοιγμα και πετούσαν πέτρες. Απλά τα παρατηρούσα να το κάνουν και το διασκέδαζα. Μου άρεσαν αρκετά από τα πράγματα που έλεγαν και οι υποθέσεις που έκαναν.

Κάποια στιγμή αποφάσισαν ότι θα πάνε σπίτια τους γιατί έχει πάει αργά και θα τα δείρουν οι γονείς τους. Έσυραν πάλι όπως μπορούσαν το σκουριασμένο καπάκι στην θέση του. Φοβόντουσαν μήπως το “τέρας” έβγαινε από τον παλιό υπόνομο στον δρόμο. Σωστή λογική μέσα στην παιδική τους αφέλεια και φαντασία.

Δεν τα ξαναείδα πότε.

Ίσως να μην τους τραβούσε το ενδιαφέρων πια το τι μπορεί να ήταν μέσα στον υπόνομο.

Ίσως να μην ήταν πια κάτι το απαγορευμένο για να τα γοητεύσει αυτό το καπάκι και το ότι έκρυβε μέσα του.

Χάρηκα όμως που έστω και για λίγες ώρες είδα πάλι το φως του ηλίου και είχα κάποιον να ασχοληθεί μαζί μου και ας μου πετάξαν πέτρες. Είχα παρέα μετά από πολλά χρόνια.