Σελίδες

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Κουρέλια


Ρακένδυτος, κουρελής, ρακοσυλλέκτης
Μπαλωματής είναι ο ποιητής

Ζητιάνος, μεθυσμένος και αόρατος σε μια γωνιά του δρόμου από τους περαστικούς του αναγνώστες
Ονειροπαρμένο, στην κοσμάρα του κι αργόσχολο θα τον πουν μερικοί
Τα κέρματα του για λίγο ψωμί είναι οι ζωές και τα λόγια αυτών που τον εμπνέουν
Με μόνη του παρέα μια νεφελώδη σκέψη γρήγορη, σαν πεινασμένη νυφίτσα με ματωμένη σάρκα κότας στα δόντια.

Κουρέλια, ραψίματα και μπαλώματα.

Χείμαρροι βρόμικων σκέψεων και σωματικών παθών μετατρέπονται στα κουρασμένα δάχτυλα του σε αισθήσεις και ονειροεικόνες
Σκέψεις παράξενες άλλα καθάριες το μυαλό του γεμάτο, τις εικόνες του αδειάζει, ξεγυμνώνει την ψυχή του και με στίχους την ντύνει ξανά
Μέσα σε αυτήν την ζάλη του ρεύεται το ακριβό κρασί της έμπνευσης του

Βρόμικος, άπλυτος και αξύριστος

Αναζητητής σε σκοτεινά στενά που τα καλύπτει λευκό φωτός
Χαζεύει τις ρωγμές της έμπνευσης του και αμυδρά βλέπει μέσα σε αυτές τις ιδέες του να τον κοιτούν πίσω λυπημένες
Με άνεμους που λυσσωμανούν σιωπηλά μέσα στην ανήσυχη και συνάμα γαλήνια και ταραγμένη νόηση του
Είναι ένας άβουλος σκλάβος της έμπνευσης του

Κουρέλια, σκουπίδια, ένας σκουριασμένος κάδος το γραφείο του.

Γεύσεις με λέξεις και νοήματα κρυμμένα σε λιγοστούς χαρακτήρες μας δίνει αυτός ο κουρελής
Φθαρμένος από τα ρημαγμένα όνειρα του
Τις λέξεις σαν κουρέλια κόβει και ράβει του οίστρου του αφηγητής
Κόβει την ζωή του και την κάνει στίχους
Μαζεύει, γράφει, ζυγίζει, μετράει, τις λέξεις καλαφατίζει

Κι όμως ούτε κρυώνει, ούτε πεινά, όλα όσα χρειάζεται βρίσκονται ήδη μέσα του βαθειά

Η τέχνη του δεν είναι δημοκρατική, κάνεις άλλος δεν έχει λόγο επάνω της
Η δημοκρατία δεν είναι τέχνη, όλοι έχουν ελεύθερο λόγο μέσα σε αυτή

Η πνευματική μας βρώση είναι ακόρεστη και ο αναγνωστικός μας ουρανίσκος έχει γίνει αρκετά εκλεκτισμένος
Εκείνος σε αυτά απελπισμένα βασίζεται και λαχτάρα να αρέσει, να πληρώσει, να καταφέρει με το δικό του προσωπικό μένος να τα κορέσει.