Σελίδες

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Να το θυμάσαι

Αυτή η ιστορία είναι αφιερωμένη στις γάτες της φίλης μου, Έυης Ανδριώτη

Δεν είχα μπει σπίτι μου πάνω από μίση ώρα. Ήταν ήδη κοντά στη μια πάρα κάτι μετά τα μεσάνυχτα όταν έφτασα σπίτι. Χάιδεψα την μια από τις κοιμισμένες μου γάτες και άνοιξα τον υπολογιστή. Άνοιξα την βρύση στο μπάνιο να σιγουρευτώ ότι ο αδερφός μου μου είχε αφήσει ζεστό νερό στον ηλιακό για ένα κάλο ντους πριν πέσω για ύπνο. Ευτυχώς είχε και ήταν αρκετά καυτό. Δεν θα χρειαζόταν να ανάψω θερμοσίφωνο.
Το σπίτι ήταν άδειο. Ένιωθα ότι δεν είχα δει κανέναν άλλο στο σπίτι αρκετές ήμερες. Ήταν σαν να μην είχα κανέναν συγκάτοικο. Χάρηκα. Η μονή μου παρέα είναι γάτες μου, η Λού και ο Ρόγκ. Τι άλλο να θέλει μια κοπέλα μετά από μια αγχώδη ήμερα στο νοσοκομείο. Αυτό και το να φάει μια ολόκληρη πίτσα και να μην πάρει ούτε ένα γραμμάριο.
Προσπαθούσα να στεγνώσω τα μαλλιά μου με την πετσέτα πολύ προσεχτικά. Ήθελαν βάψιμο αλλά δεν θα προλάβαινα αυτήν την εβδομάδα. Το πρόγραμμα του νοσοκομείου ήταν πολύ σφιχτό τις επόμενες ήμερες. Από νωρίς το πρωί έως το μεσημέρι και βάρδια την ίδια νύχτα έως το πρωί.
Ήχος από τον υπολογιστή. Μήνυμα στο facebook. Τράβηξε την προσοχή της μικρής μου γάτας. Τα χαριτωμένα αυτάκια της κουνήθηκαν προς τον παλιό μου φορητό υπολογιστή. Δεν κουνήθηκε από τα μαξιλάρια που έχει “κατακτήσει” και έχει κάνει κρεβάτι της, ούτε σήκωσε το κεφάλι της. Μονάχα κούνησε τα αυτιά της και μισάνοιξε τα μάτια της.
Έκατσα στον καναπέ διπλά της και πήρα τον παλιό φορητό στα χέρια μου. Το facebook έχει αρκετά μηνύματα από φίλους, ενημερώσεις για πράγματα και εκδηλώσεις, φωτογραφίες και άλλες χαζομάρες που με πρόσθεσαν ή που μου έστειλαν να δω. Πάνω κάτω τα γνωστά και συνηθισμένα πράγματα.
Σε ένα, σχεδόν μοναχικό προσωπικό μήνυμα μια ερώτηση από έναν κάλο μου φίλο. Μια παράξενη ερώτηση. Πάντα έχει αυτό το παλικάρι μια παράξενη ερώτηση στο μυαλό του.
“Question. ξέρεις το Παιχνίδι; ” έγραφε στην οθόνη μου.
“Το παιχνίδι; δεν ξέρω. Σαν να το ξέρω. ” του απάντησα. Ένιωθα αρκετά κουρασμένη για να σκεφτώ. Ίσως είναι κάτι που ήξερα, ίσως όχι. Αυτό το παλικάρι και της οποιαδήποτε μορφής παιχνίδια πάνε μαζί σαν το λεμονί και το αλάτι με την τεκίλα.
Ένα καινούριο μήνυμα ήρθε ελάχιστες στιγμές μετά. Δεν πρόλαβα καλά καλά να στρέψω την προσοχή μου στην Λου που ήταν διπλά μου. Ο ήχος του μηνύματος και πάλι της τράβηξε την προσοχή και χαριτωμένα κούνησε τα αυτάκια της.
“ Το Παιχνίδι το παίζεις από την στιγμή που στο λέει κάποιος. Δεν μπορείς να κερδίσεις πάρα μόνο να χάσεις. Χάνεις όταν το θυμηθείς ότι παίζεις μέσα σε αυτό. Όταν το θυμηθείς λες ότι έχασες. Αυτόματα χάνουν και όλοι όσοι το θυμηθούν εξ' αίτιας σου. Για δέκα λεπτά μετά δεν χάνει κανένας και είσαι υποχρεωμένος να το εξηγήσεις και σε όσους δεν το ξέρουν. ”
Που τα βρίσκει όλα αυτά αναρωτήθηκα. Έχει πολύ ελεύθερο χρόνο στα χέρια του. Πρέπει να βρει μια δουλειά μάλλον. Ίσως του πάρει το μυαλό από όλα αυτά έστω και για λίγο.
“Δεν μου αρέσει. Δεν παίζω “ και πρόσθεσα και ένα smiley με την γλωσσά έξω στο τέλος. Ξέρω ότι δεν θα το παρεξηγήσει.
“Τώρα παίζεις ήδη. Να το θυμάσαι“ μου έστειλε. Δεν του σχολίασα κάτι άλλο. Δεν νομίζω ότι ήθελε και κάτι άλλο. Εάν ηταν θα μου το είχε ήδη πει.
Η Λού τεντώνεται στο μαξιλάρι της. Με κοιτάει και την κοιτάω. Αυτό είναι ίσως το αναγνωστικό μας και ο χαιρετισμός μας συνάμα. Της χαμογελάω και μου αφήνει ένα πολύ μικρο, σχεδόν νυσταγμένο, νιαούρισμα. Έπειτα περπατάει προς τα εμένα και τρίφτηκε στο χέρι μου σαν να απαιτεί από έμενα να την χαϊδέψω. Φυσικά η ανταπάντηση της όταν πήγα να την χαϊδέψω ήταν να φύγει μακριά από το χέρι μου. Όποτε ήθελε αυτή και με τους δικούς της όρους. Ο Ρόγκ δεν ήταν έτσι.
Δεν είχα πότε παλιότερα κανενός είδους κατοικίδιο και τώρα έχω δύό. Είμαι ενθουσιασμένη παραπάνω από ότι θα έπρεπε, σε μια κλίμακα που δεν ξέρω τι όρια έχει και είμαι απολυτά σίγουρη ότι τα έχω ξεπεράσει.
Χαζεύω την Λού να παίζει με ένα μικρο μπαλάκι από τα παιχνίδια που της που της έχω πάρει, πιο πέρα ο αγουροξυπνημένος Ρόγκ παρακολουθεί το μπαλάκι. Ένα χαζοχαρούμενο χαμόγελο έχει σμιλευτεί αβίαστα στο πρόσωπο μου. Στρίβω και κάνω ένα τσιγάρο όσο την χαζεύω. Η ώρα όμως περνάει πανεύκολα με αυτήν την χαριτωμένη παρέα και τα βλέφαρα μου είναι ήδη αρκετά βαριά.
Ρίχνω μια μάτια στο κινητό μου και έπειτα στην οθόνη του φορητού. Τον είχα ανοίξει χωρίς ουσιαστικό λόγο, μηχανικά. Το Facebook το χάζευα ήδη από το κινητό μου. Το ρόλοι δείχνει μίση ώρα με τη μια την νύχτα. Καλό θα ήταν να ξαπλώσω τώρα γιατί έχω να πάω από πολύ νωρίς προς το νοσοκομείο.
Ώρες μετά, ξυπνητήρι. Και οι δυο γάτες μου στον ίδιο χώρο με έμενα. Κοιμόταν τυλιγμένες σαν μια μικρή χαριτωμένη μπουκιά στην άκρη του κρεβατιού. Πάω να πιάσω την μια και την κοιτάω μέσα στα υπέροχα γατίσια μάτια της που άνοιξαν ξαφνικά.
Γι άλλη μια φορά με κοιτάει παράξενα. Γουρλώνει τα μάτια της και με κοιτά μέσα στα δικά μου. Ίσως στεκόμασταν έτσι, να κοιτάμε η μια την άλλη, για πέντε ολόκληρα λεπτά, ίσως και ποιο πολύ. Η ημέρα μου όμως έπρεπε να αρχίσει και όσο και να ήθελα δεν είχα χρόνο αυτήν την στιγμή για παιχνίδι.
Μέσα σε καμιά εικοσαριά λεπτά είχα ντυθεί και ήμουν στον δρόμο. Είχα αργήσει και είχα χάσει και το μετρό για δυο ανάσες τρέξιμο. Για κάποιο λόγο μου ήρθε στο μυαλό μου ο φίλος μου με τις παράξενες ερωτήσεις. Ίσως γιατί λέει συχνά πυκνά ότι δεν καταλαβαίνει και τον εκνευρίζει το άγχος της πρωτεύουσας.
Μακάρι να ανεβεί μια βόλτα σύντομα. Και μακάρι να έρθει αφού πληρωθώ στις εικοσιπέντε του μηνά να πάμε για μπίρες και τρέλες. Είναι παγιδευμένος εκεί που είναι άλλα είναι δημιουργικός και έξυπνος, παράξενος ώρες ώρες, αλλά έξυπνος.
Το μετρό ήρθε και κατευθύνομαι επιτελούς προς το νοσοκομείο. Η βάρδια μου άρχιζε πριν από πέντε λεπτά.
Σπίτι για το μεσημέρι. Ο αδερφός μου και πάλι άφαντος. Παράξενο. Ένα σημείωμα στο ψυγείο μου εξηγεί ότι θα είναι στο σπίτι της κοπέλας του για κάνα δυο απογεύματα. Υπέροχα! Το σπίτι όλο δικό μου. Άλλα ελάχιστος χρόνος για να το ευχαριστηθώ.
Πετάω μια κατεψυγμένη πίτσα στον φούρνο και ανοίγω μια μπίρα. Στριφτά τσιγάρα και τα μικρά μου θα είναι η καλύτερη παρέα. Ίσως και ένας τρίωρος ύπνος για να αντέξω την νυχτερινή βάρδια.
Ρίχνω μια μάτια στο μπαλκόνι. Καινούρια έπιπλα. Μερικές καρέκλες σκηνοθέτη και ένα τραπεζάκι. Θυμάμαι που είχε πει ο αδερφός μου ότι θα περνάνε με την κοπέλα του μερικά άλλα δεν είχα δώσει πάρα πολύ βάση. Ήμουν καταπιεσμένη με τις γάτες μου όταν μου το έλεγε.
Πριν πόσες ήμερες τα είχε πάρει; Πότε τα έφεραν; Εγώ γιατί τα βλέπω τώρα; Πολύ το σκέφτομαι. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και άραξα στην μια καρεκλά και απόλαυσα το τσιγάρο μου. Από πίσω μου η Λού και ο Ρόγκ με στόχο να εξερευνήσουν το μπαλκόνι και να το “κατακτήσουν” και αυτό.
Τα χάζευα για άλλη μια φορά καθώς ότι έβλεπαν τους τραβούσε την προσοχή και αντιδρούσαν χαριτωμένα. Κόντεψα να ξεχάσω την πίτσα και να μου καεί και να μείνω νηστική. Ευτυχώς όχι. Απόλαυσα μπύρα, πίτσα και ένα ακόμα τσιγάρο και τώρα και με τις δυο γάτες μου να κοιμούνται στην αγκαλιά μου μπήκα στο facebook από το κινητό μου.
Για άλλη μια φορά έχω αρκετά μηνύματα από φίλους, φωτογραφίες και άλλες χαζομάρες. Πάνω κάτω τα γνωστά και συνηθισμένα πράγματα πράγματα για άλλη μια φορά. Ώρα να φορτώσω και εγώ σαν σωστή χαζόμαμα το “παιδία” μου να κοιμόνται στα πόδια μου.
Η ώρα πέρασε πάρα πολύ γρήγορα πάλι. Η Λού ξύπνησε και με κοίταξε. Την κοίταξα και εγώ. Πρέπει να περάσαν πάλι τουλάχιστο πέντε λεπτά που άπλα κοιταζόμασταν. Ήταν χαριτωμένο άλλα και ελαφρός ανατριχιαστικό μερικές στιγμές. Κύριος χαριτωμένο ευτυχώς.
Πήγα πάλι να ξαπλώσω. Είχα ώρες μπροστά μου αλλά είχα και ώρες ύπνου να καλύψω. Ευτυχώς δεν δυσκολεύτηκα να αποκοιμηθώ. Θυμάμαι ότι είδα και κάποιο παράξενο όνειρο και πετάχτηκα στον ύπνο μου με ταχυπαλμία.
Κάτι είδα σαν όνειρο, σαν εφιάλτη ποιο πολύ. Δεν θυμόμουν καθαρά. Ήταν αρκετά θόλο. Θυμάμαι κάτι σαν ατύχημα με αμάξι και ότι είχα τις αγαπημένες μου μπότες μαζί μου. Κοίταξα στην άκρη του δωματίου και τις είδα εκεί. Για κάποιο λόγο ηρέμησα που τις είδα.
Ντύθηκα και έφυγα νωρίτερα από ότι συνήθως. Στην νυχτερινή βάρδια δεν θέλω να καθυστερώ. Μου νιαούρισαν καθώς έκλεινα την πόρτα. Σπάραξε η καρδιά μου που τις άφηνα και πάλι μόνες της για τόσες ώρες αλλά τουλάχιστο είχα σιγουρεύει ότι είχαν νερό και τροφή.
Γύρισα σπίτι στις εννέα το πρωί. Δεν είχα πολύ δύναμη να κάνω και πολλά. Άλλαξα και ξάπλωσα σχεδόν αμέσως. Είχαν ακολουθήσει κάθε μου βήμα από την ώρα που γύρισα. Ήθελε και απαιτούσε την προσοχή μου. Μισοξαπλωμένη στο κρεβάτι μου έπαιζα μαζί τους μέχρι που τα μάτια μου βάρυναν πάρα πολύ και ήθελα απεγνωσμένα ύπνο.
Ξύπνησα πάλι ταραγμένη από τα νιαουρίσματα της. Το ρόλοι έλεγε τέσσερις το απόγευμα. Είχα κοιμηθεί αρκετά αλλά λίγο παραπάνω θα το ήθελα. Πήγα στο σαλόνι να δω γιατί έκανε έτσι. Το πιατάκι με την τροφή της είχε μισόαδειασει και είχε ένα κενό στην μέση. Φυσικά για αυτήν το πιάτο ήταν άδειο και απαιτούσε από την δούλα της, δηλαδή έμενα, να της βάλω και άλλο να φάει. Πράγμα που έκανα με μεγάλη μου χαρά.
Σήμερα είχα χρόνο για έμενα. Η επόμενη βάρδια μου είναι αύριο το πρωί. Δεν θα φτιάξω καφέ, θα πάω έξω με την παρέα μου να πιω έναν και να δω και κόσμο. Έπιασα το κινητό μου και άρχισα τα μηνύματα στο facebook. Κανονίσαμε σε καμιά ώρα. Μπήκα κατευθείαν για μπάνιο γιατί θα αργούσα και πάλι.
Στέγνωνα τα μαλλιά μου βιαστικά με μια πετσέτα και κοιτούσα το ρόλοι όταν αντιλήφθηκα τον Ρόγκ να με κοιτάει και πάλι. Τον κοίταξα και εγώ. Είχα καλή διάθεση και προσπάθησα να παίξω μαζί του, αλλά αυτός συνέχισε να με κοιτάει παράξενα μαγεμένη. Κοιταχτήκαμε για μερικές στιγμές και όταν προσπάθησα να κάνω ένα πλάγιο βήμα παρατήρησα ότι δεν κοιτούσε έμενα. Πότε τους δεν κοιτούσαν έμενα. Συνειδητοποιούσα ότι κοιτούσε πάντα προς τα έμενα αλλά όχι έμενα. Κοιτούσε κάτι που ήταν πίσω μου.
Στάθηκα όρθια και γύρισα αργά το κεφάλι μου ώστε να δω πίσω μου. Αυξανόμενη ταχυπαλμία. Με την άκρη του ματιού μου είδα στην μπαλκονόπορτα την αντανάκλαση μου να με κοιτά. Και για κακή μου τύχη διπλά της να στέκεται αυτό που κοιτούσε η Λουκρητία και να με κοιτά.
“ Δεν μου αρέσει να με κοιτάνε “ μου ψιθύρισε μια τραχιά απόκοσμη φωνή στο δεξί μου αυτί. “Έχασες. Έπαιζες ήδη. Να το θυμόσουν”.