Σελίδες

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Τετρασέλιδο

    Έτρεχε όσο πιο γρήγορα άντεχε κι μπορούσε . Οι φλέβες του χτύπαγαν σαν τα πιστόνια ενός κινητήρα . Το αμάνικο τζιν μπουφάν του έμοιαζε υπερβολικά βαρύ και η μαύρη μπλούζα του από των ιδρώτα είχε κολλήσει στο σώμα του . Τα μέχρι τον ώμο μακριά απεριποίητα μαύρα μαλλιά του ανέμιζαν  στο τρελό ρυθμό του σώματος του καθώς έτρεχε . Τα μόνα που σκεφτόταν ήταν ότι δεν έπρεπε να αφήσει  να τον πιάσουν και μην ξαναμιλήσει σε πανέμορφες άγνωστες γαλανομάτες. Η ανάσα του ήταν ακανόνιστη έτρεχε πάνω από 15 λεπτά να ξεφύγει από τους διώκτες του . Αυτή η νύχτα κατέληξε πολύ χειρότερα από την δικιά του εκδοχή του χειρότερου ίσως αυτό να ήταν το τελευταίο του βράδυ ζωντανός, έπρεπε να βρει τρόπο να ξεφύγει από τα «τσιράκια» της .

    Στην τρελή κι άγνωστη διαδρομή μέσα από τα χωράφια με της πορτοκαλιές ξαφνικά βλέπει έναν πεσμένο κορμό . Κάνει άλμα από πάνω του αλλά στην προσγείωση χάνει την ισορροπία του και λίγο κόντεψε να βγάλει τον δεξιό του αστράγαλο . Του ξέφυγε μια κραυγή πόνου . Βλασφήμησε , μια κι ήξερε ότι τώρα μπορεί να τον άκουσαν και να τον βρουν πιο εύκολα . Προσπάθησε για λίγα δευτερόλεπτα να πάρει μια ανάσα, λύγισε τα γόνατα του και ακούμπησε και με τα δυο του χέρια πάνω στο δεξί του πόδι και κοίταξε στο έδαφος. Ο χειμώνας τέλειωνε αυτές τις μέρες και μια είχε κάλο καιρό μια όχι. Εξαιτίας αυτού , πριν 5 ώρες μια ξαφνική βροχή γέμισε το χωράφι λάσπες. Κοίταξε το σκούρο μπλε τζιν του και τότε κατάλαβε ότι έχει γεμίσει λάσπες μέχρι πάνω από το γόνατο, στη μπλούζα, στην πλάτη, ακόμα και στο πρόσωπο, χαμογέλασε ελαφρά. Στην επιφάνεια του νερού έκανε μια υπέροχη αντανάκλαση το φεγγάρι. Αυτήν την υπέροχη στιγμή διέκοψε ένα γρύλισμα. Ακαριαία άρχισε να τρέχει όπως και πριν . Τα «τσιράκια» ήταν πιο κοντά.

    Είχε αρχίσει να ακούει τις ανάσες τους και το τρεχαλητό τους πολύ πιο κοντά ,αυτή η στάση του κόστισε απόσταση ανάμεσα τους . Προς μεγάλη του ατυχία βρήκε μπροστά του έναν μεγάλο τοίχο που δεν φαινόταν από τα πολλά δέντρα . Πρέπει να ήταν πιο μεγάλος από 4 μέτρα και ήταν φτιαγμένος από ακανόνιστες πέτρες , όπου μπορούσε να πιαστεί , άλλα θα ήταν  δύσκολο να τον σκαρφαλώσει στην παρούσα κατάσταση . Ενστικτωδώς γυρνάει πίσω του και βλέπει τότε τους δυο κατάλευκους λύκους που τον κυνηγούσαν. Ήταν αφύσικοι , 2 κατάλευκοι λύκοι με έντονα γαλάζια μάτια . Ο ένας πήγε λίγο αριστερά αλλά αρκετά κοντά του , λιγότερο από 2 μέτρα γρύλιζε και δείχνε τα δόντια του άλλα κράτησε σταθερή την απόσταση του ο άλλος αφύσικα πιο ήρεμος πήγε δεξιά αλλά πιο μακριά και δεν έκανε τίποτα ,απλά κοίταγε . Η μόνη διέξοδος του ήταν κυριολεκτικά από εκεί που ήρθε , στην ευθεία . αλλά οι 2 δυο λύκοι τον είχαν πλευρίσει , ένα βήμα ακόμα και θα τον ξέσκιζαν . Προτίμησε να κολλήσει στον τοίχο και ότι βγει από αυτήν την τρελή κατάσταση.

    Τότε ο ήρεμος λύκος στα δεξιά κοίταξε πίσω του , και ένα άλλο γρύλισμα ελαφρύ ακούστηκε . Λιγάκι πιο αδύναμο αλλά το άκουσε , ήταν σίγουρος. Ακούστηκαν πολύ αργά και βαριά βήματα σαν κάτι τεράστιο να περπατούσε ανάμεσα στα δέντρα τότε ξανά άκουσε το γρύλισμα αλλά ήταν διαφορετικό , στην αρχή ήταν σαν ζώου, σαν λύκου μάλλον και προς το τέλος έμοιαζε με γυναικείο χαχανητό πολύ ελαφρύ και γλυκό , την ίδια στιγμή τα βαριά βήματα που ακούγονταν τόσο κοντά χάθηκαν και αντικαταστάθηκαν από ελαφριά πατήματα πάνω στα πεσμένα ξυλαράκι από τα δέντρα . Ο αγριεμένος λύκος σταμάτησε να γρυλίζει και κοίταξε κι αυτός πίσω του.

    Στο σημείο που βρίσκονταν , το φως ήταν αρκετό , και διακρινόταν μια θηλυκή παρουσία να έρχεται από τα δέντρα , όταν το φως έπεσε πάνω της μπόρεσε να διακρίνει όλες τις λεπτομέρειες . Ήταν η κοπέλα από το μπαράκι . Ψηλή με λεπτή μέση, μαύρα μακριά μαλλιά που έφταναν μέχρι τα γόνατα της , λευκό δέρμα αλλά όχι το αρρωστιάρικο το λευκό . Ένα σαγηνευτικό λευκό και ένα πρόσωπο που , με τα υπέροχα γαλάζια μάτια της , είναι δύσκολο να το ξεχάσεις και εάν δεν κοιτάς τα μάτια της, θα σε συνεπάρουν τα χείλη . της σχεδόν τεραστία, σαρκώδη και ζουμερά αλλά κι απαλά με ένα ελαφρύ κόκκινο χρώμα. Μόνο που εκεί δεν ήταν το μπαρ, στο μπαρ ήταν πριν 2 ώρες κι εκεί έμοιαζαν όλα καλά  κι απίστευτα που μια κοπέλα σαν κι αυτή του έπιασε κουβέντα κι της άρεσε η παρέα του. Δεν είναι άτομο με μεγάλη αυτοπεποίθηση για την εμφάνιση του άσχετο εάν όλες οι φίλες του, του λένε ότι έχει καλή αίσθηση του χιούμορ και φοβερά πράσινα μάτια, το να βρει κοπέλα τον ταλαιπωρεί από τα 16 του, και έχουν σχεδόν περάσει 3 χρόνια από την πρώτη “χυλοπίτα” .

    Σε σχέση με τον μέσο όρο ύψους των αγοριών στο σχολείο του ήταν αρκετά πιο κάτω από τα υπόλοιπα αγόρια που πέρασε μαζί τους την εφηβεία του τα οποία ήταν ψηλότερα του και πολλά τον είχαν κάνει επίκεντρο πειράγματος και γερής καζούρας . Σαν ήρεμος χαρακτήρας που είναι τον θεωρούσαν όλοι οι ψευτόμαγκες δειλό και αυτό τον είχε μπλέξει μερικές φορές σε χαζοκαυγάδες με αυτούς . Βέβαια ένα πλεονέκτημα του ήρεμου του χαρακτήρα είναι ότι είχε πάντα μερικές κοπέλες γύρω του που τον εμπιστεύονταν και τον θεωρούσαν από τα λίγα καλά παιδία γιατί σκεπτόταν με το πάνω κεφάλι περισσότερο. Λογικός αλλά και ρομαντικός ταυτόχρονα πάντα ήθελε να πιστεύει σε ανώτερα ιδανικά και στο να παλέψει για κάτι πάνω από αυτόν , ανώτερα ιδανικά και ιπποτισμός που δεν υπήρχαν παρά μόνο σε ταινίες επικής φαντασίας . Παρά τον καλό χαρακτήρα του , η προσωπική του ζωή, που σε εκείνη την ηλικία ξεκινούσε, ουσιαστικά δεν υπήρχε , γιατί πολλές προτιμούσαν για σχέση τον επικίνδυνο άντρα , τον ασταθή , αυτόν που έκανε τρέλες και χαζο μαγκιές για να τις εντυπωσιάσει , με λίγα λόγια τον άκρως αντίθετο από αυτόν.

    Βάζοντας αυτά τα 2 μαζί και μερικούς ζηλιάρηδες ψευτόμαγκες , άμυαλους νταήδες , που ξέροντας τον σχετικά πράο χαρακτήρα του τα έβαζαν μαζί του αρκετές φορές για να δείξουν την μαγκιά τους , αυτός πάλι έκανε τα αδύνατα δυνατά για να αποφεύγει τον καυγά .
    Σχεδόν τα μισά του εφηβικά του χρόνια τα πέρασε έτσι με λίγους φίλους και τις λάθος παρέες τους , χωρίς κοπέλα και αρκετούς νταήδες πάνω από το κεφάλι του.

    Αυτά συσσωρευμένα μέσα του  τον έκαναν να θέλει να δείξει ελαφρώς και αυτός “κάποιος” ανάμεσα στους άλλους, αν και βασικά δεν του ταίριαζε να κάνει τον νταή , ήταν έξω από τα νερά αυτό το στυλ . Έτσι λοιπόν έμαθε να οδηγεί μηχανή όπου στην πορεία άρχισε να του αρέσει και μάλιστα πριν λίγο καιρό κατάφερε και αγόρασε μια μοτοσικλέτα κοντά στα 250 κυβικά όπου πολλοί την ζήλευαν, τουλάχιστο αυτό ήταν όντως δικό του κατόρθωμα και ένιωθε καλά πάνω στην μοτοσικλέτα του.

    Οι λάθος παρέες τον πίεζαν να γίνει και αυτός “άντρας” με το πιοτό και τα τσιγάρα . Αν και τσιγάρο δεν δοκίμασε ποτέ του και βρέθηκε να πίνει  μπύρες , όχι πολλές , αλλά αρκετές , τουλάχιστο ήταν πάντα σε θέση να οδηγήσει την μηχανή του και δεν γινόταν χώμα από το πιοτό . Οι λίγες αλλά αρκετές μπύρες που έπινε του είχαν χαρίσει μια όμορφη στρογγυλή αλλά ανεπαίσθητη κοιλίτσα και του είχαν διαλύσει την ελάχιστη φυσική κατάσταση που είχε από τα χρόνια στο σχολείο.

    Σκεφτόμενος αυτά και διάφορα από την ζωή του ακαριαία άκουσε το κλικ από τους δείκτες του ρολογιού του στο αριστερό του χέρι. Οι δείκτες έδειχναν 3 παρά 20 . 2 ωρίτσες σχεδόν είχαν περάσει από όταν πρωτοκοιταχτήκαν στο μπαράκι με την καλλονή. Και μισή ώρα που έφυγαν καβάλα στην μηχανή του. Εάν κάποιος του έλεγε το απόγευμα το τι θα πέρναγε με μια κοπέλα σαν και αυτή θα τον έλεγε τρελό ή ότι έχει πάρει κάποιο ναρκωτικό .
    Ένα γρύλισμα τον ξύπνησε

    Είδε ότι Δεν ήταν πια στο μπαρ . Αυτός ήταν με την πλάτη σε έναν τοίχο κάπου μέσα σε ένα άγνωστο χωράφι με πορτοκαλιές κι εκείνη είχε 2 λύκους που άκουγαν στις διαταγές της. Εκείνη έκανε ένα βήμα ακόμα μπροστά και φάνηκε ότι δεν φόραγε πια το λευκό της πουκάμισο και το λευκό της παντελόνι με της καμπάνα άκρες . Βασικά δεν φόραγε τίποτα  παρά μόνο τα λευκά σανδάλια της , φτιαγμένα μάλλον από δέρμα , ευελπιστούσε ζώου κάπου μέσα του . Τα λευκά κορδόνια από τα σανδάλια τυλίγονταν μέχρι το γόνατο της και είχαν ένα περίτεχνο δέσιμο στο τέλος τους κοντά στο γόνατο. Σαν φαντασίωση πολλών ανδρών έμοιαζε, μακριά λευκά ποδιά και ζουμερά στητά στήθη πανέμορφα μάτια και σαρκώδη χείλη. Αλλά μέχρι εκεί. Το σώμα της είχε κάτι το περίεργο, δεν είχε ήβη ούτε γεννητικά, και στα στήθη της δεν είχε ούτε θηλές  και το πιο εξωπραγματικό ήταν ότι δεν είχε αφαλό . Μάλλον είχε κάνει και τατουάζ σε όλο της το σώμα μιας κι 2 ζευγάρια από τρεις ρίγες όπως της τίγρης τύλιγαν τα πνευμονία της, το ένα ζευγάρι  κατέληγε εκεί που έπρεπε να υπάρχουν θηλές , ενώ δυο άλλα ζευγάρια υπήρχαν σε κάθε μπράτσο κι δυο ακόμα στους μηρούς της . Ένα πανέμορφο αλλά εξωπραγματικό θέαμα.
    Κοιτάχτηκαν με την άγνωστη κοπέλα, μέσα στο σκοτάδια φαίνονταν καθαρά τα γαλανά μάτια της, τον κοίταξε γλυκά αλλά με μια ιδέα φόβου μέσα στα μάτια της. Κοίταξε τα πράσινα μάτια του, τα περίεργα πράσινα φοβισμένα μάτια του, χαρακτηριστικά μάτια που αυτή είχε δει πολύ παλιά ίσως τόσο παλιά που μόνο μερικά αρχαία αγάλματα μπορούσαν να θυμηθούν το ποτέ. Είχε γνωρίσει πάλι έναν πρασινομάτη με το ίδιο χαρακτηριστικό στα μάτια του, το αριστερό του από την πάνω πλευρά ήταν καστανό, σχεδόν το μισό του μάτι ήταν έτσι. Μόνο που αυτός που ήξερε αυτή αποκλείεται να ήταν κολλημένος στον τοίχο έτσι, θεωρείτο ανεξέλεγκτος και ασταμάτητος για να καταφέρει αυτή κάτι τέτοιο. Αφού έβγαλε αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της πήρε μια ελαφριά ανάσα.
    Έπειτα Τον πλησίασε κι άλλο. ‘Φοβάσαι;’ , τον ρώτησε . Παράδοξος δεν φοβόταν αλλά δεν απάντησε , ούτε καν έγνεψε προς αυτήν. Αυτή βεβαία αντέδρασε σαν να μην περίμενε απάντηση . 'Είπες πριν ότι οι φίλοι σου σε φωνάζουν Ήσυχο γιατί δεν κάνεις φασαρίες , καυγάδες  ή κάτι σαν και αυτό ,  σωστά ;’. Έγνεψε καταφατικά και την κοίταξε δειλά στα γαλάζια μάτια της . 'Ξέρεις ποίος είσαι πραγματικά ; Ξέρεις τι βλακώδες παρατσούκλι σου έχουν δώσει οι θνητοί φίλοι σου ;’ Ρώτησε γερνώντας σαγηνευτικά το κεφάλι στα αριστερά με λίγο νάζι . Απορία εμφανίστηκε στο πρόσωπο του . Με κυνήγησαν μέχρι εδώ τα «τσιράκια» της για να με ρωτήσει ποιος είμαι σκέφτηκε .’Δεν καταλαβαίνω;’ της είπε δειλά. Με μια σβέλτη και συνάμα απόλυτα θηλυκή κίνηση τον πλησίασε και του γλυκό ψιθύρισε στο αυτί ‘Μόνο ο Θάνατος σε κάνει να θυμάσαι; ε; Κτέσφων’.