Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Το γλυπτό που αλλάζει το τοπίο

Το πολυβόλο του ήταν βαρύ, καυτό και βαρύ. Ίσως να είχε αδειάσει τουλάχιστο πέντε γεμιστήρες μέσα σε κάτι λιγότερο από δέκα λεπτά. Γεμιστήρες με τουλάχιστο εικοσιπέντε ειδικά βλήματα με θραύσματα διασποράς.

Αν είχε μετρήσει σωστά μέσα σε αυτόν τον πανικό θα έπρεπε να έχει έναν γεμάτο γεμιστήρα με απλές σφαίρες και τουλάχιστο μια ντουζίνα από τα ειδικά βλήματα πάνω στο πολυβόλο που ήταν βαρύτερο από όσο περίμενε.

Στις ασκήσεις δεν ήταν ο καλύτερος, η πιο γρήγορος, ούτε κατάφερνε να βάλει με την πρώτη τον γεμιστήρα σωστά για να κάνει αλλαγή. Αυτήν την στιγμή ήταν όμως ο μόνος που στεκόταν όρθιος.

Γύρω του διαμελισμένα πτώματα από ανθρώπους και πλάσματα, λάσπη από αίμα και άδειους κάλυκες. Γύρω του ένα νεκρό χωρίο από καιρό, από όταν ξεκίνησαν να έρχονται αυτά τα πλάσματα από τα σπλάχνα της γης πριν δέκα χρόνια.

Ένιωθε την καρδιά του στο στερνό του να προσπαθεί να βγει προς τα έξω με τους παλμούς που είχε φτάσει. Ήταν ο μόνος επιζών από μια ανιχνευτική διμοιρία των δέκα, σε μια αποστολή ρουτίνας στα όρια του γνωστού χάρτη από το πρόχειρο στρατόπεδο.

Το πολυβόλο του ήταν βαρύ, καυτό και βαρύ γιατί τα χέρια του πονούσαν από τους κραδασμούς. Δεν είχε ρίξει πότε παραπάνω από μια ντουζίνα εκπαιδευτικές βολές με όπλα που εξομοιώνουν τον θόρυβο και το κλότσημα των κανονικών.

Το μυαλό του και το σώμα του ήταν ακόμα στην κατάσταση της μάχης, οξυμένα αντανακλαστικά, φόβος και μίσος, ένστικτο επιβίωσης και αυτοσυντήρησης. Δεν είχε καθαρή σκέψη για το τι θα έπρεπε να κάνει μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά, είχε όμως τα αντανακλαστικά που χρειαζόταν για να ρίξει μερικές βολές με ακρίβεια σε οτιδήποτε πλησιάσει στα διακόσια μέτρα.

Καπνός από φωτιά τον έκανε να πνίγει και να μην μπορεί να ανασάνει. Κάποιος από την διμοιρία του είχε ρίξει μια κροτίδα ανάφλεξης όταν τα πλάσματα τους εντόπισαν σε μια προσπάθεια να τα στρέψει σε φυγή ή να τα εξοντώσει. Ο Δεκανέας έβαλε τις φωνές αλλά κανένας δεν μπορούσε να τον ακούσει. Η έκρηξη ήταν πολύ κοντά, τα αυτιά όλων βούιζαν και η λάμψη τους είχε τυφλώσει για στιγμές.

Σκουπίδια και ξερά φύλλα άρπαξαν φωτιά αμέσως, ένας σορός από πεσμένα ξύλα πόρτας και οροφής φούντωσαν στιγμές μετά. Η νυχτερινή περίπολο μόλις έγινε το κέντρο της νύχτας και το σημείο για να μαζευτούν όλα τα κοντινά πλάσματα.

Από τους δέκα τους ήταν ο μόνος που είχε μείνει όρθιος, από τα πλάσματα όμως δεν είχε ιδέα εάν ήταν και άλλα στα σκοτάδια. Οι παλιότεροι τους έλεγαν ότι εάν τα συναντήσεις ίσως να μην μπορέσεις να γυρίσεις πίσω να πεις τι στο κέρατο είδες. Πίστευε ότι άπλα ήταν ιστορίες για να τρομάζουν τους νέους.

Τώρα είχε αλλάξει γνώμη.

Σκέπασε με την μπλούζα του το στόμα του και την μύτη του και άρχισε να μαζεύει νεκροτάμπελα και γεμιστήρες από τα διαμελισμένα πτώματα των υπολοίπων.

Βρήκε τον ασύρματο του Δεκανέα. Μια βολή από τα πλάσματα τον είχε λιώσει και τον είχε παραμορφώσει. Θα τον έπαιρνε μαζί του και ας μην λειτουργούσε πια. Του έμοιαζε σαν μερικά πράγματα που είχαν στο γραφείο των αξιωματικών σε μια προσπάθεια τους να καταλάβουν τον αντίπαλο τους.

Ένα διαστρεβλωμένο παράξενο αντικείμενο από ένα όπλο που δεν έχουν ιδέα οι ειδικοί το τι στο κάλο μπορεί να είναι. Αυτό το άβολο και παράξενο πράγμα που κάποτε ήταν ασύρματος ήταν πιο σημαντικό από ότι μπορούσε να φανταστεί αυτήν την στιγμή. Απομακρύνθηκε τρέχοντας από το σημείο της συμπλοκής.

Το στρατόπεδο ευτυχώς ήταν αρκετά κοντά, απλά καλά κρυμμένο. Δεν είχαν απομακρυνθεί ούτε μια ώρα από εκεί. Δεν μπορούσε να το δει, μια και ήταν πάντα σε κατάσταση πληροίς σκοταδιού την νύχτα, τις ώρες που βγαίνουν τα πλάσματα από την γη, αλλά ήξερε προς τα που να πάει και ας ήταν η πρώτη φορά που έβγαινε για περίπολο.

Έτρεξε μέσα στο άλσος αλλά ένιωθε το όπλο του να τον καεί ακόμα πιο πολύ και τα χεριά του να πονούν ακόμα περισσότερο. Άφησε το πολυβόλο του να πέσει από τα χεριά του και μετά από λίγα μέτρα άφησε και τους γεμιστήρες. Τον έκαιγαν και του έφερναν βάρος και δεν μπορούσε να πορευτεί σωστά όσο τους είχε μαζί του.

Έφτασε στην κρυφή είσοδο του στρατοπέδου. Εκεί ήταν φανερά δυο άτομα, ο κεντρικός σκοπός και ο Αρχιφύλακας, και τέσσερις κρυμμένοι πολυβολητές για να μπορέσουν να την υπερασπιστούν σε περίπτωση εισβολής από τα πλάσματα.

Ήταν ακόμα πολύ αγχωμένος και άρχισε να φωνάζει στον φρουρό το όνομα του και τον βαθμό του από απόσταση για να τον δουν και να μην ...

Μια βολή πέρασε διπλά του. Ήταν προειδοποιητική ή αστοχία; Πέρασε ακόμα μια, και μερικές ακόμα μέσα σε όσο χρόνο κρατάει ένας χτύπος της καρδιάς.

Μια βολή βρήκε και πέρασε ένα δάχτυλο πάνω από το γονάτο του και του έκοψε το πόδι στα δυο. Δεν ένιωσε πόνο, μονάχα την έκπληξη από τις βολές που του ρίχνουν. Έπεσε στο έδαφος με δύναμη.

Σκοτείνιασε. Το φως χάθηκε από τα μάτια του. Έγιναν όλα πορφυρά. Κάτι πέρασε από διπλά του τρέχοντας προς την πηγή των βολών. Άλλο ένα κάτι πέρασε. Και άλλο ένα, και άλλο και μερικές δεκάδες ακόμα. Τα πλάσματα τον είχαν ακολουθήσει. Είχαν την μυρωδιά του παραμορφωμένου ασυρμάτου στα ρουθούνια τους.

Τράβηξε από μια θήκη του μια σειρά από κροτίδες ανάφλεξης και θραυσμάτων που είχαν πάνω τους όλοι οι υπόλοιποι της διμοιρίας. Έβγαλε την περόνη από την μια και περίμενε.

Δεν ήταν άσχημα για δυο μηνών στρατιώτης. Επέζησε από μια μάχη και τώρα θα πάρει αρκετά μαζί τους. Ίσως να του φτιάξουν άγαλμα ή τουλάχιστο να γράψουν το όνομα του σε μνημείο. Αυτές ήταν οι τελευταίες του σκέψεις.

Ένα ισχυρό οστικό κύμα, χημική φωτιά και πυρακτωμένα θραύσματα ήταν το σημάδι που ήθελαν τα νυχτερινά πλάσματα για να βγουν από το έδαφος σε ορδές και να εξαλείψουν τον αντίπαλο τους. Ένας μικρός κρατήρας από καμένες σάρκες και αίμα ήταν ότι είχε απομείνει και μέσα στις επόμενες ώρες δεν θα υπήρχε ούτε το στρατόπεδο.